αἵμαξις

αἵμαξις, εως, ,
A letting of blood, Aret.CA1.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἱμάξει — αἵμαξις letting of blood fem nom/voc/acc dual (attic epic) αἱμάξεϊ , αἵμαξις letting of blood fem dat sg (epic) αἵμαξις letting of blood fem dat sg (attic ionic) αἱμάσσω make bloody aor subj act 3rd sg (epic) αἱμάσσω make bloody fut ind mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμάξεις — αἵμαξις letting of blood fem nom/voc pl (attic epic) αἵμαξις letting of blood fem nom/acc pl (attic) αἱμάσσω make bloody aor subj act 2nd sg (epic) αἱμάσσω make bloody fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμάξιος — αἵμαξις letting of blood fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμάσσω — (Α αἱμάσσω) νεοελλ. 1. είμαι ματωμένος, στάζω αίμα, αιμορραγώ 2. είμαι τραυματισμένος ψυχικά, υποφέρω αρχ. 1. κηλιδώνω, περιβρέχω κάτι με αίμα 2. τραυματίζω, πληγώνω 3. έχω το χρώμα τού αίματος 4. προκαλώ αιματηρό τέλος 5. (ως ιατρ. όρος) κάνω… …   Dictionary of Greek

  • αἱμάξεως — αἱμάξεω̆ς , αἵμαξις letting of blood fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμάξῃ — αἱμάξηι , αἵμαξις letting of blood fem dat sg (epic) αἱμάσσω make bloody aor subj mid 2nd sg αἱμάσσω make bloody aor subj act 3rd sg αἱμάσσω make bloody fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.